ἐΰσμηκτος

ἐΰσμηκτος, ον,
A well-cleaned,

σίδηρος Max.285

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εΰσμηκτος — ἐΰσμηκτος, ον (Α) καθαρισμένος καλά, ο καθαρός («ἐΰσμηκτος σίδηρος»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + σμηκτός (< σμήχω «καθαρίζω»)] …   Dictionary of Greek

  • ἐυσμήκτοιο — ἐύσμηκτος well cleaned masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.